Οινουργικά

Το Ομηρικό κρασί

Χάρη στην ανακτορική γραφειοκρατία, γνωρίζουμε ότι ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή εμφανίστηκαν στη γλώσσα μας οι πρώτες λέξεις για το κρασί: Wo-no, me-ri-ti-jo, de-re-u-ko κ.α. (οίνος μελίτιος, γλεύκος κ.α.) Όμως χάρη στον Όμηρο και τον Ησίοδο έχουμε–και μάλιστα με κορυφαίο ποιητικό λόγο- τις πρώτες εκτεταμένες γραπτές μαρτυρίες.

Όπως και σε άλλες πρώιμες κοινωνίες, φαίνεται ότι η οινοποσία αφορούσε αρχικά κυρίως την κοινωνία των αρίστων. Επίσης, δεν φαίνεται ότι διανέμονταν σε τακτική βάση, αλλά όπως γνωρίζουμε και από τον Αθήναιο, σε ειδικές τελετές και πανηγύρεις.

Κρασί βασιλικό, κατάλληλο για τα κελάρια του βασιλιά των Μυκηνών, ερχόταν από τον τόπο με την πανάρχαια παράδοση, την προϊστορική Θράκη., φορτωμένο στα καράβια του Αγαμέμνονα.

Χρυσός μυκηναϊκός κάνθαρος και χρυσό ανάγλυφο κύπελλο, των μέσων της 2ης χιλιετίας π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο  (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Χρυσός μυκηναϊκός κάνθαρος και χρυσό ανάγλυφο κύπελλο, των μέσων της 2ης χιλιετίας π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Τα αγγεία του πότου των επικών εποχών φαίνεται ότι είχαν μεγάλες διαστάσεις. Επιφανέστερο είναι το ομηρικό δέπας. Ο Ηρακλής ταξίδεψε στον Ωκεανό μέσα σε ένα τέτοιο αγγείο, αλλά και ο Ήλιος ταξιδεύει στον ουρανό μέσα σε δέπας ή σε λεβέτι. Μεγάλη υπήρξε η συζήτηση για το ομηρικό αυτό ποτήρι με το οποίο πίνουν αλλά και σπένδουν οι ήρωες. Φαίνεται ωστόσο, ότι δέπας είναι ένα απλό κύπελλο, ίσως φιαλόσχημο, βαθύ και μεγάλο (όπως όφειλαν να είναι τα ηρωϊκά ποτήρια) που ανάλογα με την περίπτωση μπορούσε να είναι χρυσό και «χρυσείοις ήλοισι πεπαρμένον», άλεισον, αμφικύπελλον κ.α.

Πανάρχαια κρασοπότηρα όπως ο κάνθαρος, η κύλιξ (από το «κυλίεσθαι τω τροχώ», κατά τον Αθήναιο) και ο σκύφος παρέμεναν σε χρήση πολλούς αιώνες, από τα πρώιμα χρόνια της αρχαιότητας μέχρι το τέλος της. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις το όνομα διατηρήθηκε με άλλο σχήμα και χρήση του αγγείου. Άλλα σχήματα, όπως π.χ. το «ιστιοφόρον» καρχήσιον, χάθηκαν πολύ νωρίς, έτσι ώστε και η ίδια η αρχαιότητα κατέβαλε προσπάθεια για να τα θυμηθεί και να τα περιγράψει.

Ο μυκηναϊκός «κρατήρας των πολεμιστών». Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Αν εξαιρέσουμε το ακράτισμα, το πρωϊνό δηλαδή γεύμα της αρχαιότητας (ψωμί βουτηγμένο σε οίνο), το κρασί πίνονταν κατά κανόνα ανάμικτο με νερό δροσερό από πηγή, πηγάδι, βροχή ή και λιωμένο χιόνι, τους θερμούς μήνες. H πόσις άκρατου (ανέρωτου) οίνου ήταν συνήθως υπόθεση βαρβάρων. Η κράσις του πόσιμου διονυσιακού οίνου γινόταν σε ειδικά μεγάλα και ευρύστομα σκεύη, τους κρατήρες, αργότερα προσέθεσαν και ειδικό αγγείο, τον ψυκτήρα, που διατηρούσε το ποτό δροσερό. Τα πρώιμα χρόνια έριχναν «επί το ύδωρ τον οίνον», αργότερα η σειρά αντιστράφηκε. Η εωλοκρασία, η χθιζή (χθεσινή) δηλαδή κράσις ήταν συνήθως άχρηστη την επόμενη μέρα, το κεκραμένο όμως ποτό μπορούσε μερικές φορές να διατηρηθεί για δύο και τρεις μέρες. Η αναλογία νερού-οίνου αποτελούσε και μέτρο δύναμης του διονυσιακού ποτού: όσο περισσότερο το αναγκαίο για την κράση νερό, τόσο ισχυρότερος ο οίνος.

Η αναλογία εξαρτώνταν από τα χαρακτηριστικά του οίνου, αλλά και του νερού, και το ποτό ονομαζόταν κράσις οίνου, από όπου και το όνομα που χρησιμοποιούμε σήμερα, «κρασί».

Οινουργικά

Tην ίδια εποχή που οι ελληνόφωνοι λαοί έψελναν για επικούς αγώνες, το τοπίο γνώριζε νέα μεγάλη κινητικότητα: τον αποικισμό της νότιας Ελλάδας στα μεγάλα ακρογιάλια της βόρειας.
Tο οικονομικό ενδιαφέρον συγκεντρωνόταν στη ξυλεία, την αγορά ίππων και δούλων, στα κοιτάσματα χρυσού και αργύρου και σε πολλά ακόμη χαρίσματα της βορειοελλαδίτικης παραλίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το ενδιαφέρον να συγκεντρωνόταν κυρίως στις κορυφαίες παραγωγικές δυνατότητες της βορειοελλαδίτικης γης, ιδιαίτερα μάλιστα των αμπελώνων της, που παρήγαγαν τα επιφανέστερα κρασιά της αρχαιότητας,. Η πολύτιμη παραγωγή πέρασε γρήγορα στα χέρια τους. Εκτός από τους βορειοελλαδίτες Μαρωνείτη, Λήμνιο, και Βίβλινο, εκλεκτά δώρα του Διόνυσου θα γίνονταν σύντομα και ο Θάσιος, ,ο Μενδαίος, ο Ακάνθιος, ο Αφυταίος, ο Λέσβιος, ο Χίος, κα.

nomisma2

Ασημένιο νόμισμα Μένδης (ο κυρ Μένδιος με τσαμπί). Ακόμη κι αν δεν είχαν σωθεί τα κείμενα που υμνούν το κρασί της Χαλκιδικής, η σημασία του αποτυπώθηκε παντοτινά στο σύμβολο των νομισμάτων της. Η χερσόνησος παρήγαγε μερικούς από τους διασημότερους διονυσιακούς οίνους της αρχαιότητας, πχ. του Μενδαίου, του Αφυταίου, του Ακάνθιου (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Το γλεύκος γινόταν κρασί μέσα σε πήλινα αγγεία με διαστάσεις που είναι ακόμη και σήμερα εντυπωσιακές , τους πίθους. Η ποιότητα του πίθου ήταν σημαντική ήδη από την πρώτη επιλογή του πηλού, το σχήμα και το μέγεθος. Οι μεγάλοι π.χ. , ήταν δυνατόν να βλάψουν τον οίνο, οι μικρότερα συνέβαλαν στην καλιοινία. Λόγω μεγέθους, πολλοί πίθοι χτίζονταν στο χέρι, κάποτε και στην τελική τους θέση, πριν την ανέγερση του κτιρίου που θα τα στέγαζε. Προκειμένου να κλείσουν οι πόροι των οινηρών αγγείων, αμέσως μετά το ψήσιμο αλείφονταν με πίσσα.. Στην Ασία πιο δημοφιλής ήταν της Ίδης, στην Ελλάδα της Πιερίας.

Εξαιτίας των δυσκολιών στην κατασκευή των μνημειακών αυτών αγγείων, μερικοί οινοποιοί, όπως στο Κομπολόι, δεν αντικαθιστούσαν τα ελαττωματικά, αλλά τα επιδιόρθωναν με μολύβδινους συνδέσμους. Συνταγή για την κατασκευή ειδικού αλοιφώματος με το οποίο καλύπτονταν σύνδεσμοι και σπασίματα περιγράφεται από τον Κάτωνα.

Στους οινηρούς πιθεώνες (οινοποιία), θα υπήρχαν και χώροι για βοηθητικές εργασίες, π.χ. το μαγειρείο για τη συμπύκνωση του γλεύκους και την παρασκευή των αρτυμάτων, οι αποθήκες σκευών και καρπών κ.λπ.

Λόγω της μεγάλης ευαισθησίας του οίνου στις οσμές, οι οινηρές εγκαταστάσεις έπρεπε να είναι πεντακάθαρες και άοσμες , άρα σε απόσταση από τη ληνό και κάθε πιθανή δυσοσμία, ακόμη και από νερά, γιατί η υγρασία μπορούσε να είναι βλαπτική. Οι πιθεώνες έπρεπε, να είναι προσανατολισμένοι ανάλογα με το κλίμα για σωστή θερμοκρασία, και να είναι ευρύχωροι, για να κινούνται οι οινόπτες και να αποφεύγονται προβλήματα από αναθυμιάσεις.

Το γλεύκος μεταγγιζόταν αρχικά στους μεγαλύτερους πίθους (πιθάκνη, πίθος μέγας, πισάκνα, φιδάκνη). Όσο παχύτερο και αυστηρότερο, τόσο καλύτερης ποιότητας θα ήταν ο οίνος.

Αν εβύθιζαν στο ζυμούμενο γλεύκος τα στέμφυλα, θα γινόταν ισχυρότερος, με βαθύ χρώμα και με πολλά αρωματικά χαρακτηριστικά. Ο χρόνος παραμονής τους στο γλεύκος θα ήταν ανάλογος με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Η εντατική (ορμητική, θορυβώδης) πρώτη ζύμωση διαρκούσε έως 30-40 μέρες. Πότε-πότε απαφρίζονταν με τα χέρια ή με αφρολόγο. Στη συνέχεια, ίσως μεταγγιζόταν σε μικρότερους, όπου ολοκληρωνόταν η ζύμωση.

Οι πίθοι ανοίγονταν κάθε 36 μέρες (συχνότερα αν ο καιρός ήταν θερμός) για αερισμό, απάφριση, έλεγχο και δοκιμασία από τους οινόπτες. Αν ο οίνος ήταν από την αρχή αυστηρός, εθεωρείτο ασφαλής, αν χαλαρός και χαύνος, επισφαλής.

Εκτός από τον έλεγχο επιφανείας, χρησιμοποιούσαν και μακρύ καλάμι για να φτάσουν μέχρι την τρύγα του πάτου και με την αναρρόφηση έκριναν την ποιότητα του οίνου.

Για να προστατεύεται το κρασί από την ατμόσφαιρα και τις βλαπτικές μετακινήσεις, οι περισσότεροι πίθοι θάβονταν στο έδαφος. Φρόντιζαν μάλιστα να μην ακουμπούν μεταξύ τους, ώστε αν χαλούσε ο ένας να μην κολλήσει ο επόμενος. Κάποτε, σύμφωνα με την παράδοση, κάτω από τα πιθάρια έβαζαν χοντρή στεγνή άμμο, αρωματική σχοίνο και χώμα ξεραμένο στον ήλιο για να απορροφάται η υγρασία.
Τα πιο αδύναμα ποτά έπρεπε να ζυμώνονται σε πίθους εντελώς θαμμένους, ενώ τα δυνατότερα να εκτίθενται περισσότερο στον αέρα. Αναφέρεται πχ., ότι ο καλύτερος τρόπος για τα καλύτερα κρασιά της Καμπανίας ήταν να αφήνονται εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες στην ύπαιθρο. Τους ισχυρότατους, λοιπόν, των οίνων φαίνεται πως ήταν δυνατόν να τους αφήνουν σε υπαίθριους χώρους. Για την θεραπεία αυτή του οίνου, τον παρομοίαζαν με τη φλόγα και το ανθρώπινο σώμα: ισχυρότερη η φλόγα αν είναι ήδη ισχυρή και εκτίθεται στον αέρα, σβήνει όμως αν είναι αδύνατη. Ισχυρότερο το γυμνασμένο σώμα με τη γυμναστική και τον ήλιο, αρρωσταίνει το αγύμναστο.

Οριστικό άνοιγμα των πίθων γινόταν την Πιθοιγία, πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων

Εκτός από το χρώμα, μέλας, ο ερυθρός, ο λευκός και ο κιρρός (υπόξανθος), ο οίνος χαρακτηριζόταν με ειδική ορολογία και για τη γεύσή, την οσμή, την περιεκτικότητα σε οινόπνευμα, την ποιότητα, την ηλικία, το γένος του αμπελιού, την τεχνική επεξεργασία, τη διαύγεια και την καθαρότητα, τη σύσταση, τα αρτύματα, κα.
Τα αρχαία κρασιά ήταν ανάρτυτα ή ηρτυμένα. Άρτυσις ήταν η προσθήκη αρτυμάτων, των απαραίτητων δηλαδή ουσιών για να μην τραπεί (χαλάσει) το κρασί ή για να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: να γίνει ηδύοινο, για την αύξηση ή την ελάττωση της οξύτητας, της στυφότητας, της δριμύτητας, για τον αρωματισμό, την τεχνική του παλαίωση, τον διαυγασμό, τον χρωματισμό, τη συντήρηση, την αφαίρεση της μούχλας κλπ.

Αρχαιότατο είδος άρτυσης ήταν η μελίτωσις, η άρτυση δηλαδή με μέλι και περίφημο τέτοιο κρασί υπήρξε ένα από τα είδη της Θάσου. Ήταν γνωστή στην βόρεια Ελλάδα από την εποχή του Μαρωνείτη και ονομαζόταν μελίτωσις και ο οίνος μελιτόεις και μεμελιτωμένος.

Μερικά από τα περιφημότερα ελληνικά κρασιά ήταν ηρτυμένα με θαλασσινό νερό (οίνος αλίκρας, θαλασσομιγής, τεθαλαττωμένος, θαλασσίτης). Η συνήθεια άρχισε να περιορίζεται τον 1ο αιώνα μ.Χ. Στα χρόνια του Γαληνού, τον 2ο αιώνα μ.Χ., οι περίφημοι οίνοι της Χίου και της Λέσβου ήταν πλέον αθάλασσοι (αδιάχυτοι, απαράχυτοι).

Καθαγιασμός του νέου κρασιού προς τιμήν του Διόνυσου Ληναίου, μπροστά στο ξόανο του θεού. Από ερυθρόμορφη παράσταση στη Νάπολι

Καθαγιασμός του νέου κρασιού προς τιμήν του Διόνυσου Ληναίου, μπροστά στο ξόανο του θεού. Από ερυθρόμορφη παράσταση στη Νάπολι

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αμπέλου και του διονυσιακού ποτού που είναι η εξαιρετική τους ευαισθησία στις οσμές, οδήγησε σε μεγάλη σειρά ειδικών αρωματικών οίνων. Διάσημοι ήταν οι Μυροσταφυλίται που παρασκευάζονταν από μία τεχνητά αρωματισμένη άμπελο, την Μυροστάφυλο. Μείγμα τέτοιων οίνων παλαιωμένο, ήταν πιθανώτατα ο Σαπρίας, κρασί περίφημο για το άρωμα του. Ο Πλίνιος λέει ότι η μυροστάφυλος αποκτούσε το άρωμα με αψίνθιο και ύσσωπο γύρω από την ρίζα της αμπέλου, ο Παλλάδιος ότι τα φυτεύματα εμβαπτίζονταν σε μύρο από αψίνθιο, ή ρόδο, ή ίο το πορφυρό, αναμεμειγμένο με φυτική γη, όπου έμεναν ως την εκβλάστηση. Ο Πάξαμος, ότι το αμπέλι κατασκευαζόταν σχίζοντας τις κλιματίδες και τοποθετώντας στη σχισμή το μύρο.

Όλοι οι εκλεκτοί αρωματικοί οίνοι έβγαιναν στο εμπόριο κατασταμνισμένοι. Μεγάλη κατηγορία ειδικών οίνων ήταν και οι ιατρικοί, ιαματικοί (φαρμακώδεις, φαρμακίται). Οι υγιεινοί αρωματικοί (προπώματα ή επιδόρπια ποτά) κατασκευάζονταν με μέλι ή χωρίς και θεωρούνται πρόδρομοι των σημερινών ηδυπότων.

image082

Εκτός από τους ειδικούς ιατρικούς οίνους, το κρασί ήταν συνοδό φάρμακο διαφόρων φαρμακευτικών βοτάνων. Οι θαυμαστές φαρμακευτικές του ιδιότητες του προσέδιδαν κάποτε ιδιότητες σχεδόν θαυματουργές. Ο φιλόσοφος Ανδροκίδης πχ. είχε γράψει στον Αλέξανδρό: “Όταν πρόκειται να πιεις βασιλιά μου να θυμάσαι ότι πίνεις το αίμα της γης. Το κώνειο είναι δηλητήριο για τον άνθρωπο και το κρασί δηλητήριο για το κώνειο»

Ασημένια νομίσματα Παγγαίου και Θάσου με Διονυσιακή θεματολογία (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Ασημένια νομίσματα Παγγαίου και Θάσου με Διονυσιακή θεματολογία (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Η μεγάλη οικονομική σημασία του διονυσιακού ποτού οδήγησε πρώιμα και στη θεσμοθέτηση των πρώτων ευρωπαϊκών ειδικών νόμων. Ο παλιότερος είναι της Θάσου, τον 5ο αι. Δεν επιτρέπει την εισαγωγή κρασιού, την πώληση μούστου, ή κρασιού πριν από την 1η του μήνα Πλυντηριώνος και την καρπόδεση, ρυθμίζει την πώληση σε πιθάρια, ορίζει ειδικούς επιβλέποντες άρχοντες, αυστηρές ποινές, κα.

Περίφημος ειδικός θασιακός οίνος, ηρτυμένος με σταις (φύραμα αλεύρου ζειάς και νερού) και μέλι ήταν ο «εν Θάσω ο εν τω Πρυτανείω διδόμενος».

Οι Ρωμαίοι συγγραφείς μας πληροφορούν ότι εκτός από το κρασί εισάγονταν στη Ρώμη και ξύδι Θάσου, που χρησίμευε και ως κολλύριο, και ότι θασιακά κλήματα που προσαρμόζονταν και πρόκοβαν εύκολα σε άλλα χώματα είχαν επίσης εισαχθεί στην Ιταλία και την Αίγυπτο.

Η κράση του ομηρικού Μαρωνείτη γινόταν με ένα μέρος κρασί και 20 νερό, διατηρούσε μάλιστα την αξεπέραστη δύναμή του μέχρι τα χρόνια του Πλινίου. Ένας από τους τότε συγγραφείς, ο Μουκιανός, τρεις φορές ύπατος, επισκέφθηκε την περιοχή και βεβαίωνε ότι το κρασί ήταν μαύρο, αρωματικό, γινόταν καλύτερο με τον καιρό και ότι ένα μέρος κρασί πινόταν κεκραμένο με οχτώ μέρη νερό. Πολλούς αιώνες μετά τον Πλίνιο, στα χρόνια του Ευστάθιου, παρασκευαζόταν ακόμη στην Ανατολή, και συγκεκριμένα στη Μελιτηνή της Αρμενίας,

«οίνος, παχύς, μέλας, κράμα φέρων ύδατος ου μακρά του κατά τον Ομηρικόν Μάρωνα.»

Αττικός αμφιπρόσωπος κάνθαρος από το νεκροταφείο της Ακάνθου στη Χαλκιδική. Δύο πρόσωπα, λευκό και μαύρο, όπως ίσως κατά περίπτωση και ο περιεχόμενος οίνος. Το ωραίο γυναικείο κεφάλι της μίας πλευράς φέρει επιγραφή: ΕΡΩΝΑΣΣΑ ΕΙΜΙ ΚΑΛΕ ΠΑΝΥ Είμαι η Ερώνασσα, πολύ όμορφη! Η άλλη πλευρά, με τη μορφή του σκουρόδερμου άνδρα, φέρει την επιγραφή: ΤΙΜΥΛΛΟΣ ΚΑΛΟΣ ΤΟ(ΔΕ) ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ Είμαι ο Τίμυλλος, όμορφος όπως τούτο το πρόσωπο! Η Ακανθος (όπως και η Μένδη επίσης στην Χαλκιδική) υπήρξε πατρίδα ενός από τους κορυφαίους διονυσιακούς οίνους της κλασσικής αρχαιότητας, του Ακάνθιου (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Αττικός αμφιπρόσωπος κάνθαρος του α΄ μισού του 5ου αι. π.Χ., από το νεκροταφείο της Ακάνθου στη Χαλκιδική (Αρχαιολογικό Μουσείο Πολυγύρου). Δύο πρόσωπα, λευκό και μαύρο, όπως ίσως κατά περίπτωση και ο περιεχόμενος οίνος. Το ωραίο γυναικείο κεφάλι της μίας πλευράς φέρει επιγραφή: ΕΡΩΝΑΣΣΑ ΕΙΜΙ ΚΑΛΕ ΠΑΝΥ: Είμαι η Ερώνασσα, πολύ όμορφη! Η άλλη πλευρά, με τη μορφή του σκουρόδερμου άνδρα, φέρει την επιγραφή: ΤΙΜΥΛΛΟΣ ΚΑΛΟΣ ΤΟ(ΔΕ) ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ: Είμαι ο Τίμυλλος, όμορφος όπως τούτο το πρόσωπο! Η Άκανθος (όπως και η Μένδη επίσης στην Χαλκιδική) υπήρξε πατρίδα ενός από τους κορυφαίους διονυσιακούς οίνους της κλασσικής αρχαιότητας, του ΑκάνθιουΗ άλλη πλευρά, με τη μορφή του σκουρόδερμου άνδρα, φέρει την επιγραφή: ΤΙΜΥΛΛΟΣ ΚΑΛΟΣ ΤΟ(ΔΕ) ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ Είμαι ο Τίμυλλος, όμορφος όπως τούτο το πρόσωπο!
Η Ακανθος (όπως και η Μένδη επίσης στην Χαλκιδική) υπήρξε πατρίδα ενός από τους κορυφαίους διονυσιακούς οίνους της κλασσικής αρχαιότητας, του Ακάνθιου (© ΥΠ.ΠΟ.Α)

Τα κεράμια του κατασταμνισμένου οίνου

Σε μία αγροτική οικονομία, όπως η ελληνική, η παραγωγή των εμπορικών αγγείων είχε ζωτική σημασία για την εμπορευσιμότητα των προϊόντων. Δημιουργήθηκε λοιπόν ένα ειδικό δοχείο για το εμπόριο. Ονομαζόταν συνήθως κεράμιον, αμφορεύς (αμφιφορεύς) και στάμνος. Η σημασία που δινόταν στο εμπορικό οινηρό δοχείο διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ένας από τους κορυφαίους καλλιτέχνες της αρχαιότητας, ο γλύπτης του Αλέξανδρου Λύσιππος, κατασκεύασε τον αμφορέα που χρησιμοποιήθηκε από τον Κάσσανδρο για τις μεγάλες εξαγωγές ενός κορυφαίου αρχαίου κρασιού, του Μενδαίου (Χαλκιδική).

Στην αρχαιολογική γλώσσα το σχήμα είναι γνωστό ως οξυπύθμενος εμπορικός αμφορέας (transport amphora). Είναι κυρίως γνωστοί από τους τόπους κατανάλωσης, από ναυάγια, μερικοί και από τα εργαστήρια παραγωγής. Είναι πολύτιμα ευρήματα για την αρχαιογνωσία, δεδομένου ότι είναι πανταχού παρόντα και προσφέρουν εξαιρετική βοήθεια στην κατανόηση της οικονομίας.
Μαρτυρίες και ευρήματα στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα (ακόμη και ως την Ινδία) μαρτυρούν τις ευρύτατες εξαγωγές της κλασσικής και ελληνιστικής παραγωγής.

Το οινηρό εμπορικό κεράμιον είναι οξυπύθμενο, δίωτο, ευμέγεθες, επίμηκες, μακροτράχηλο, στενόλαιμο και στενόστομο. Κατασκευάστηκε για να εξυπηρετεί την αποθήκευση στα αμπάρια, σε αλλεπάλληλα στρώματα. Στην οικιακή χρήση, θα ακουμπούσαν σε τοίχους ή σε υποστατά αλλά και σε υποδοχές σε θρανία.

O οξύς πυθμένας συγκέντρωνε το τυχόν κατακάθι. Ο στενός λαιμός και το χείλος εύκολα σφραγίζονταν με ειδικό πώμα για να απομονώνει τη διάβρωση από το περιβάλλον. Τα πώματα σφραγίζονταν συνήθως με ρητίνη και ήταν πήλινα ή από οργανικά υλικά.

Αρκετά εργαστήρια κατασκευής οινηρών αμφορέων εντοπίστηκαν στη Θάσο, τη Ρόδο, την Κνίδο, την Κω, την Χίο, τη Σκόπελο, την Αλόννησο, την Πάρο, τη Νάξο, την Τήνο, την Κρήτη, το Αίγιον, την Κέρκυρα, τις Κλαζομενές, την Χερσόννησο, κ.α., πρόσφατα και στον Πλαταμώνα. Η θέση των εργαστηρίων είναι λογικό να βρισκόταν κοντά σε πηγές της πρώτης ύλης αλλά και νερού, για διευκόλυνση της παραγωγής, κοντά στην θάλασσα για την διευκόλυνση των μεταφορών, ίσως κοντά σε μεγάλα αγροκτήματα ή ομάδες αγροκτημάτων και κοντά σε πηγές καυσίμων για τους κλιβάνους.

Στα αγροκτήματα οι αμφορείς θα έφθαναν πριν από την ώρα της παραγωγής, και ειδικότερα στους οινοπαραγωγούς πριν από την εποχή του καστασταμνισμού του οίνου.

Οινηρός αμφορέας τύπου Μένδης από το κεραμικό εργαστήριο της Κρανιάς, στο κάστρο του Πλαταμώνα (αρχαίο Ηράκλειο). Tέλη 5ου αι. π.Χ

Οινηρός αμφορέας τύπου Μένδης από το κεραμικό εργαστήριο της Κρανιάς, στο κάστρο του Πλαταμώνα (αρχαίο Ηράκλειο). 4ος αι. π.Χ.

Λίγες από τις πολλές σφραγίδες των οινηρών αμφορέων που βρέθηκαν στην ανασκαφή της Κρανιάς στο κάστρο του Πλαταμώνα (αρχαίο Ηράκλειο)

Λίγες από τις πολλές σφραγίδες των οινηρών αμφορέων που βρέθηκαν στην ανασκαφή της Κρανιάς στο κάστρο του Πλαταμώνα (αρχαίο Ηράκλειο)

Η προέλευση, όπου αυτή έχει επιτευχθεί, γίνεται από έναν συνδυασμό πληροφοριών: τις τυχόν σφραγίδες στις λαβές, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο σχήμα, τα εργαστήρια παραγωγής, τις πετρολογικές και χημικές αναλύσεις κλπ).

Σημαντικότερο χαρακτηριστικό ήταν το σφράγισμα που πολλοί έφεραν στη λαβή. Η συνήθεια ήταν διαδεδομένη ιδιαίτερα στα ελληνιστικά χρόνια από τα τέλη του 4ου, ίσως όμως να άρχισε στα τέλη του 5ου αιώνα με μεμονωμένα παραδείγματα.

Μερικές σφραγίδες είναι άμεσα ή έμμεσα αποκαλυπτικές όπως πχ. το εθνικό ΠΑΡΙΟΝ της Πάρου ή το κεράμιο της Μένδης και της Χίου με το έμβλημα των νομισμάτων τους.
Από το 390 πΧ. τουλάχιστον, οι αμφορείς της Θάσου σφραγίζονταν με δύο ονόματα (επωνύμων και κατασκευαστή) και συνοδεύονται από ένα έμβλημα και το εθνικό της σφράγισμα. Από το 2ο μισό του 4ου αι., οι αμφορείς της Σινώπης, και λίγο αργότερα της Χερσονήσου σφραγίζονταν με το όνομα του επωνύμου ή αστυνόμου και κατασκευαστή και ένα έμβλημα. Οι ροδιακοί αμφορείς, από τα τέλη του 4ου σφραγίζονταν με τα ονόματα ενός επωνύμου και του κατασκευαστή, το ίδιο και οι κνιδιακοί από τα τέλη του 3ου αιώνα.. Στην Ρόδο μάλιστα αποτυπώνεται και ο μήνας. Όσον αφορά στα εμβλήματα, κεφαλή Ήλιου και ρόδο απεικονίζονται συχνά σε σφραγίδες της Ρόδου, βουκράνιο στης Κνίδου, Ηρακλής με τόξο στης Θάσου, Διόνυσος με γαϊδουράκι στης Μένδης, σφίγγα με αμφορέα στης Χίου, καρκίνος και ρόπαλο στης Κω, αμφορέας στης Σάμου κλπ. Πολλές σφραγίδες ωστόσο είναι ακατάληπτες, γιατί είναι απλά μονογράμματα, λιγκατούρες και άγνωστα ονόματα.
Το ποσοστό, τέλος, των ασφράγιστων λαβών είναι πολύ μεγαλύτερο από τις σφραγισμένες.

 

Κείμενο: Έφη Πουλάκη Παντερμαλή