Φυλλομετρώντας Όμηρο, Ησίοδο και Ευριπίδη

Α. Αποσπάσματα από την Ιλιάδα

Φοίβε, Ελέησον

(Επιστροφή στον Χρύση της κόρης του από τον Οδυσσέα. Θυσία του Χρύση στον θεό)

Αυτά είπε, και την ευχή του εισάκουσε ο Απόλλωνας ο Φοίβος.
Kάνουν λοιπόν τις προσευχές, σκορπίζουν το κριθάρι,
σέρνουν τα ζώα απ´το λαιμό, τα σφάζουν και τα γδέρνουν.

Κι αφού χωρίσαν τα μεριά, τα τσίκνισαν, τα δίπλωσαν στη σκέπη
και τα κομμάτια απ´ τα σφαχτά επάνω ακουμπήσαν.
Σχίζες ο γέρος έκαιγε, μαύρο κρασί τα χύνει, κι οι νέοι εκεί στο πλάι του
πεντόσουβλα κρατούνε. Όταν καήκαν τα μεριά και γεύτηκαν τα σπλάχνα,
τα άλλα τα τεμάχισαν, τα πέρασαν στις σούβλες.
Προσεκτικά τα ψήνουνε και τα μαζεύουν όλα.

Κι αφού τελειώσαν τις δουλειές και στρώσανε τις τάβλες,
πήραν καταπώς ταίριαζε καθείς το μερτικό του.
Και όταν πιά θεράπευσαν του φαγητού και του ποτού τον πόθο,
τότε τους ξεχειλίζουνε οι νέοι τους κρατήρες.
Τις κούπες τους γεμίζουνε, και τις σπονδές αρχίζουν.

Κι ολημερίς με τον χορό και τον ωραίο παιάνα
του Φοίβου του Απόλλωνα το έλεος ζητούνε.
Και κείνος, που τους άκουγε , χαιρόταν η ψυχή του..

Όρκος Επίσημος

(Πριν από τη μονομαχία Μενέλαου και Πάρι), 3 264

Εκεί τους ανταμώσανε Αργείους, Τρωαδίτες, κι αμέσως ξεπεζεύουνε στη γη την πολυτρόφα. Ανάμεσά τους στέκονται. Σε Τρώες και Αργίτες.

Γοργά τότε σηκώνεται ο άρχων Αγαμέμνων. Μαζί του κι ο πολύστροφος στη σκέψη, ο Οδυσσέας. Οι λαμπεροί οι κήρυκες τα όρκια συμμαζεύουν
Ανακατεύουν το κρασί, παίρνουν νερό, ξεπλένουνε τα χέρια των αρχόντων. Ο γιός του Ατρέα, Αγαμέμνονας, τραβά τότε μαχαίρι, που πλάι πάντα κρέμονταν
στου ξίφους του τη θήκη. Απ’ των αμνών τις κεφαλές μαλλί μ’ αυτό να κόψει. Να το μοιράσουν κήρυκες στους άριστους, σε Τρώες και Αργίτες.
Τα χέρια υψώνοντας ψηλά, μεγάλη ευχή ευχιέται:

Δία Πατέρα, μέγιστε κι ένδοξε, που κυβερνάς την Ίδα. Και Ήλιε, που όλα τα θωρείς κι όλα φτάνουν στα αυτιά σου! Και Ποταμοί, και Γη
και σεις Ουράνιοι όλοι, εσείς που τους επίορκους νεκρούς τους τιμωρείτε! Ελάτε μάρτυρες εδώ, τους όρκους να τηρείτε!»

Είπε και έσφαξε τα αρνιά, και τ’ άφησε ανελέητα στη γη να σπαρταράνε, άψυχα. Τι την πνοή τους έκοψε το χάλκινο μαχαίρι.
Απ’ τον κρατήρα χύνουνε κρασί μες τα ποτήρια και στους θεούς ορκίζονται, Τρώες και Αργίτες, όλοι.

Ζευ μέγιστε κι ένδοξε, και σεις Αθάνατοι άλλοι! Όσοι από μας πατήσουνε πρώτοι αυτόν τον όρκο, σαν το κρασί κατάχαμα να τρέξει το μυαλό τους,
κι αυτών και των παιδιών τους! Αλλά και οι γυναίκες τους σ’ άλλων να πέσουν χέρια!»

Οίνος Αρίστων

(Αγαμέμνων και Ιδομενεύς Κρής), 4 255

Όταν τους βλέπει χαίρεται ο άρχων Αγαμέμνων. Γλυκό λόγον απηύθυνε κι αυτά τους λέει τα λόγια:

«Ιδομενέα, εσένανε ως πρώτο σε τιμάω από τους άλλους Δαναούς που γρήγορα ιππεύουν.
Και για τον πόλεμο, και για τα έργα τ’ άλλα. Και για το μαύρο το κρασί που οι άριστοί μας πίνουν,
τραπέζι όταν στρώνουνε, στην τάβλα όταν καθίζουν. Γιατί και άλλοι Αχαιοί πίνουν το μερτικό τους,
μα εσένα το ποτήρι σου σαν το δικό μου στέκει. Νάχεις να πίνεις πάντοτε όσο το λέει η καρδιά σου..
Εμπρός λοιπόν ! Στον πόλεμο ! Απόδειξε ποιός είσαι !»

Οίνος Αρίστων β.

(Αγαμέμνων και Μενεσθεύς Αθηναίος), 4 336

Όταν τους βλέπει οργίζεται ο βασιλιάς λαών Αγαμέμνων. Και με θυμό αναφωνεί λόγια που παίρνει ο αέρας:

Γιέ Πετεού, του βασιλιά του αρχοντογεννημένου, δόλιε και συμφεροντολόγε! Πως κι έτσι μου ζαρώνετε προσμένοντας τους άλλους?
Οι δυό σας θάπρεπε εκεί, στους πρώτους μέσα νάστε, να αντανακλά επάνω σας του πόλεμου η φλόγα!
Πρώτοι είστε που προσμένετε πρόσκληση από μένα, τραπέζι όταν στρώνουμε σε αρχοντογεννημένους..
Εκεί καλά σας έρχεται κρέας ψητό να τρώτε, όσο ορέγεται η ψυχή κρασί γλυκό να πιείτε.
Σα να βολεύεστε θαρρώ, δέκα Αργίτες πύργοι να προπορεύονται από σας. Τον ανελέητο χαλκό αυτοί να πολεμάνε!»

Οίνος Αρίστων γ.

(Εκτωρ και Διομήδης), 8 157

Αυτά είπε, και μες την ταραχή τ’ άλογα τα μονώνυχα πίσω γυρνάει, να φύγουν.
Τρώες μαζί κι ο Έκτορας, μ’ αλαλαγμό μεγάλο, βέλη που φέρνουν στεναγμούς ξωπίσω του τοξεύουν.
Και τότε ο μέγας Έκτορας, μ’ αστραφτερό το κράνος, μεγάλη ύψωσε φωνή κι αυτά του λέει τα λόγια:

Γιέ του Τυδέα, εσένανε οι Δαναοί που γρήγορα ιππεύουν περίσσια σε τιμήσανε με τα ψητά και ξέχειλα ποτήρια πρώτον εκεί στην τάβλα!
Μα τώρα aτιμάστηκες, κατάντησες γυναίκα! Χάσου λοιπόν παλιάνθρωπε, τι εγώ δεν θα σ’ αφήσω να ανεβείς στους πύργους μας,
γυναίκες μας στα πλοία σας να φέρεις! Πιο πριν εγώ καλύτερα του Χάρου να σε δώσω!»

Ίπποι Ιππότου, Πότες !

(Τα άλογα του Εκτορα), 8 184

Στα άλογά του φώναξε κι αυτά τους λέει τά λόγια:

-Ξάνθε κι εσύ Πόδαργε, Λάμπε θεϊκέ και Αίθων!
Ήρθε λοιπόν η ώρα σας το χρέος να πληρώστε. Πρώτους σας νοιάζεται αυτή,
του μεγαλόκαρδου Ηετίωνα η κόρη, η Ανδρομάχη. Πρώτους το στάρι το γλυκό, πρώτους κρασί σας δίνει. Να έχετε να πίνετε όσο το λέει η ψυχή σας.
Ύστερα εμένα νοιάζεται, αν και λεβέντης σύντροφος καυχιέμαι πως της είμαι.!…

Λήμνιος Οίνος

(Πολλά φορτία καράβια), 7 464

Ο ήλιος όμως έγειρε. Συμμάζεψαν οι Αργίτες τις δουλειές τους.
Βόδια πάνε να σφάξουνε, δείπνο να ετοιμάσουνε στα καταλύματά τους.
Λήμνιο είχανε κρασί, πολλά φορτία καράβια. Ο Εύηνος το έστειλε ο αρχοντογεννημένος,
Που ’ταν του Ιάσονα παιδί, από την Υψιπύλη.
Χίλια δοχεία με κρασί παρέλαβαν οι Ατρείδες, ο Αγαμέμνονας και ο Μενέλαος χώρια.
Εκεί ήταν που αγόραζαν οι Αργίτες το κρασί τους. Ένας χαλκό είχε κι έδινε, άλλος λαμπρό ατσάλι. Κάποιος τα βόδια έδινε, άλλος βοδιών τομάρια.
Και άλλος πάλι, σκλάβους. Έτσι λοιπόν το χαίρονταν το πλούσιο τραπέζι.
Κι ολονυχτίς γλεντούσανε οι Αργίτες φαγοπότι.

Από την άλλη όμως πλευρά, τους Τρώες και συμμάχους,
ολόχλωμη κυρίευε η τρομάρα. Τι με βροντές, ολονυχτίς, πάθη τους μελετούσε ο Δίας. Απ’ τα ποτήρια το κρασί στη γη χάμω το στάζαν.
Κανείς δεν τόλμαε να πιεί στον Δία σπονδή πριν κάνει.
Κι έπειτα αποκοιμήθηκαν, πήραν τα δώρα του ύπνου.

Λήμνιος Οίνος β.

(Αιδώς Αργείοι), 8 228

Ντροπή Αργίτες, αίσχος στην ομορφιά σας!
Πούναι λοιπόν η καυχησιά ότι άριστοι είμαστε δήθεν,
τα ξιπασμένα λόγια σας που λέγατε στην Λήμνο
ψητά σαν κατεβάζατε, κρασί όταν μου πίνατε με ξέχειλους κρατήρες!
Όταν καυχιόσασταν εκεί πως ο καθένας σας μπορεί
με Τρωαδίτες εκατό να μετρηθεί, ακόμη και διακόσιους!
Μα τώρα εδώ, ανίκανοι γι αυτόν εκεί τον έναν!
Τον Έκτορα, που σύντομα μονάχος του τα πλοία μας θα κάψει.!»

Εκάβη

(Ο Έκτορας και η αγωνία την μάνας του να τον παρασύρει μακριά από τον πόλεμο), 6 251

Αντικρυστά ήλθε εκεί με τη γλυκιά του μάννα. Στη Λαοδίκη πήγαινε, τη πιο όμορφή της κόρη. Το χέρι του έπιασε σφικτά, κι αυτά του λέει τα λόγια:

-Πως έτσι και την άφησες την φρίκη του πολέμου νάλθεις εδώ, παιδί μου?
Αχ, τι πολύ μας τυραννά στο κάστρο μας τριγύρω αυτή η ακατανόμαστη των Αχαιών η φύτρα! Μα εσένα η ψυχούλα σου σ’ οδήγησε δω πάνω.
Απ’ την ακρόπολη ψηλά στον Δία να υψώσεις χέρια.
Έλα όμως, περίμενε, γλυκό κρασί να φέρω. Στον Δία Πατέρα τη σπονδή,
και σ’ άλλους θεούς να στάξεις. Πόσο καλό θα σούκανε αν έπινες λιγάκι,
τι το κρασί κάνει καλό στον κουρασμένο άντρα.
Και συ γιέ μου κουράστηκες βοηθώντας τους δικούς σου.»

Κι ο μέγας Έκτωρ απαντά, ο κρανοφορεμένος:
-Μη με κερνάς γλυκό κρασί, όχι καλή μου μάννα! τα γόνατά μου μη κοπούν, παλληκαριά μη χάσω.
Και το θερμό, μαύρο κρασί, μ’ άπλυτα χέρια τρέμω στον Δία να το στάξω..
Τι δε ταιριάζει προσευχή στο αίμα βουτηγμένος του Δία να κάνω, του Κρονίωνα,
στα μελανά τα σύννεφα που είναι τυλιγμένος!»

Οίνος Νήπιος Αχιλλέα

(λόγος Φοίνικος), 9 478

Και καταπάνω τράβηξα, διαβαίνοντας απ’ την πλατιά Ελλάδα.
Φθία τη παχιοχώματη, με τα κοπάδια, φτάνω.
Με την καλή του τη καρδιά με δέχτηκε ο βασιλιάς Πηλέας,
κι έτσι πολύ με αγάπησε, σαν πλούσιος πατέρας
που αγαπά το μοσχανάθρευτο, μοναδικό παιδί του.
Άρχοντα εκείνος μ’ έκανε, και μούδωκε πολλούς να βασιλεύω,
στους Δόλοπες, της Φθίας σε μιάν άκρη.

Με αγάπη εγώ σε ανάθρεψα θεόμορφε Αχιλλέα.
Άλλον εσύ δεν ήθελες μαζί σου στο τραπέζι,
στα πόδια μου αν δε σ’ έπαιρνα, το κρέας σου να κόβω,
να σου το δίνω να το τρως και το ποτήρι σου στα χείλη να ζυγώνω.
Πόσες φορές δεν μούβρεξες στο στήθος το χιτώνα!
Τι ήσουν μικρός και δύσκολος, και το κρασί σου ανάβλυζε έξω από το στόμα.
Πολύ για σένα μόχθησα, τι πάντα είχα στο νού μου
πως ήταν θέλημα θεού παιδί μου να μην έχω.
Παιδί μου εσένα ανάστησα θεόμορφε Αχιλλέα,
για να μου παραστέκεσαι στον πόλεμο μιά μέρα.

Έλα Αχιλλέα, δάμασε τον άγριο θυμό σου!
Εσύ δεν την χρειάζεσαι σκληρή καρδιά να έχεις!
Και οι ίδιοι οι αθάνατοι τη γνώμη τους αλλάζουν.
Που στην ανδρεία μας ξεπερνούν, και στην τιμή και σ’ όλα ! «

Αμπέλι όμορφο, χρυσό»

(Στην ασπίδα ενός «μυκηναίου» άρχοντα, του Αχιλλέα), 18 541

Πάνω της έβαλε λοιπόν ένα παχύ χωράφι. Αφράτο, τριπλογύριστο.
Πολλοί ζευγάδες όργωναν, πήγαιναν πέρα-δώθε. Κι όποτε παίρναν τη στροφή, κρασί γλυκό κερνιόταν..
Αμπέλι έβαλε όμορφο, χρυσό, σταφύλια φορτωμένο. Μαύρα κρεμόταν τα τσαμπιά, τα στήλωναν διχάλες ασημένιες.
Αριστερά και δεξιά, μπλέ, σμάλτινο χαντάκι. Κι όλα μαζί τα έφραξε με φράχτη από καλάι.
Και μονοπάτι έφτιαξε στ’ αμπέλι να πηγαίνει, στον τρύγο για να έρχονται όσοι καρπό τρυγούσαν.
Και τον γλυκό, μελένιο τον καρπό, μες τα πλεκτά τελάρα, νέοι και νιες χαρούμενοι, αυτοί τον κουβαλούσαν.

Ανάμεσα τους το παιδί με την γλυκειά του λύρα. Με πόθο την κιθάριζε, και η λεπτή φωνούλα τραγούδια τους τραγούδαγε που ήτανε του Λίνου.
Κι όλοι οι άλλοι πίσω του τα πόδια τους χτυπούσαν.
Πηδούσανε, και φώναζαν και όλοι τραγουδούσαν.

Το αμπέλι του Μελέαγρου

(Εκεί που η γη είναι η πιο παχιά), 9 574

Οι άρχοντες των Αιτωλών όλοι τον ικετεύουν. Στέλνουν ιερείς αρίστους.
Αν βγει στη μάχη βοηθός, μεγάλο τάζουν δώρο. Εκεί που η γη είναι η πιό παχειά,
ωραία Καλυδώνα,
εκεί ήταν που του τάξανε πανέμορφο ένα κτήμα. Πενήντα στρέμματα της γης να τα διαλέξει ο ίδιος.
Νάχει αμπέλι το μισό. Και σ´ότι απομένει, χωράφια να τα οργώνει.

Τη Μαύρη Νύχτα Ακούοντας, το Δείπνο να Νοιαστούμε

(Restauro κουρασμένων ανδρών), 8 496

Επάνω του ακούμπησε και μίλησε στους Τρώες.

-Ακούτε Τρώες και Δάρδανοι και σύμμαχοι οι άλλοι.
Είπα πως ήλθε η ώρα πια τα πλοία να χαλάσουμε και τους Αργίτες όλους,
πριν πίσω να γυρίσουμε στο Ίλιο που το φυσούν οι ανέμοι.
Σκοτάδι όμως μας πρόλαβε. Τους γλύτωσε στην ακροθαλασσιά,
εκεί που σπάει το κύμα, και Αργίτες και καράβια.

Εμπρός λοιπόν, την μαύρη νύχτα ακούοντας το δείπνο να νιαστούμε!
Τα άλογα τα καλότριχα λύστε τα απ’ τ’ αμάξια, βάλτε φαΐ να φάνε.
Βόδια και πρόβατα παχειά από την πόλη φέρτε.
Και το κρασί γλυκόπιοτο και το ψωμί από σπίτι.

Ξύλα να φέρετε πολλά, ολονυχτίς να καίνε.
Η λάμψη τους ως το πρωί στον ουρανό να φτάνει.
Μη και τυχόν οι Αχαιοί, μέσα στη μαύρη νύχτα,
δρόμο πάρουν να φύγουνε στη ράχη του πελάγου.

Οίνος Θρηίκιος

(Λόγος Νέστορος), 9 53

-Γιε του Τυδέα, λεβέντης είσαι στον πόλεμο, και στο μυαλό ο πρώτος μέσα στους ομηλίκους σου.
Στα λόγια σου Αργίτης δεν μπορεί ποτέ να αδιαφορήσει. Να αντιμιλήσει αρνιέται.
Με σωφροσύνη μίλησες σ’ Αργίτες βασιλιάδες.
Μικρός είσαι, θα ταίριαζε παιδί δικό μου νάσαι. Όμως, ο λόγος σου μισός, δεν πήγες ως το τέρμα. Εγώ είμαι γεροντότερος, τα ξεστομίζω όλα.
Άστεγος, άσπιτος, παράνομος, που χαίρεται τον πόλεμο στο σπιτικό του μέσα!

Μα τώρα, δείπνο να ετοιμάσουμε. Μαύρης της νύχτας προσταγή, πρέπει να την ακούμε.
Εσείς φροντίστε βάρδιες. Στο κάστρο απ’ έξω εκεί δά, πλάι στη σκαμμένη τάφρο.
Αυτά στους νέους εντέλλομαι.

Κι όσο για σένα Ατρείδη, πρώτος εσύ ξεκίνησε το δείπνο να ετοιμάσεις. Γιατί εσύ είσαι ο πρώτος βασιλιάς ανάμεσα στους άλλους.
Κρασί γεμάτες έχεις σκηνές, που έρχεται απ’ τη Θράκη. Στο πέλαο μέσα ολημερίς
το κουβαλούν τ´ αργίτικα καράβια.
Δικιά σου κάθε πρόσκληση, τι σε πολλούς ορίζεις!»

Ζευ, Ανα, Δωδωναίε, Πελασγικέ !

(Η προσευχή του Αχιλλέα), 16 220

Προς τη σκηνή του πήγαινε, τη πολυστόλιστη κασέλα του ν’ ανοίξει. Εκείνη που η μάννα του, Θέτις η αργυρόποδη, τούβαλε στο καράβι.
Ως πάνω ήταν ξέχειλη χιτώνες, ολόσγουρες βελέντζες, και με χλαίνες. Από τον γιό της να κρατούν μακριά του τον αέρα.
Εκεί λοιπόν το φύλαγε ένα ειδικό ποτήρι. Κανείς δεν έπινε κρασί, μόνο αυτός ο ίδιος.
Σ’ άλλον δεν έκανε σπονδή, μόνο στον Δία πατέρα.
Το πήρε απ’ την κασέλα του, το κάθαρε με θειάφι, και με νερό τρεχούμενο το ξέπλυνε κατόπι. Ξέπλυνε και τα χέρια του, πήρε κρασί ,
και μέσα στον αυλόγυρο πάει προσευχή να κάνει. Στάζει στο χώμα το κρασί, μάτια ψηλά σηκώνει, και τούτη κάνει την ευχή που ο Δίας την ακούει:

Ζευ Ανα, Δωδωναίε, Πελασγικέ! Εσύ που βρίσκεσαι μακριά, στη παγερή Δωδώνη.
Οπου οι προφήτες σου οι Σελλοί με άνιπτα τα πόδια εκεί τριγύρω κατοικούν κατάχαμα στο χώμα! Κι άλλη φορά με τίμησες.
Άκουσες την ευχή μου, και τους Αργίτες παίδεψες. Έλα λοιπόν και τώρα. Και τούτο το χατίρι μου μη το αρνιέσαι πάλι !».

Το γαρ Μένος Εστί και Αλκή

(Το αγέρωχο γινάτι), 9 693

Έτσι λοιπόν τους μίλησε και πλάκωσε άκρα σιωπή, μεγάλη. Γιατί πολύ σαστίσανε με τα σκληρά τα λόγια.
Μένουν βουβοί ώρα πολλή οι Αργίτες, πικραμένοι. Κι όταν περνά η ώρα, του Διομήδη αντιλαλεί η βροντερή φωνή κι αυτά τους λέει τα λόγια:

-Γιε του Ατρέα ένδοξε, και βασιλιά λαών Αγαμέμνων! Καλύτερα θα έκανες τον άψογο Αχιλλέα ποτέ να μην ικέτευες με μύρια τόσα δώρα.
Το ξέρουμε κι απ’ άλλοτε το αγέρωχο γινάτι! Κι εσύ τώρα τον έσπρωξες σε πείσμα πιό μεγάλο! Ας τον αφήσουμε λοιπόν να μείνει ή να φύγει.
Αυτός στον πόλεμο θα ρθεί όταν το πεί η καρδιά του, κι αν ο θεός το θέλει. Εσείς όμως ακούστε με, πηγαίνετε για ύπνο.
Φάτε ψωμί, πιείτε κρασί πρωτύτερα να ευφρανθεί η καρδιά σας.
Γιατί αυτά είναι λεβεντιά, παλληκαριά συνάμα !»

Οίνος Θανάσιμος

(Το διπλό ποτήρι), 23 212

Εκείνοι σηκωθήκανε, άγρια βουή υψώνουν. Κι έχουν μπροστά και σπρώχνουνε
σύννεφα στιβαγμένα.
Στο πέλαο ξεχύθηκαν Κύμα ψηλό σηκώνουν. Στην πλούσια Τροία φτάνουνε,
και στην πυρά ορμάνε.

Θεριεύει η φλόγα μονομιάς. Τρίζει, φεγγοβολάει! Κι ολονυχτίς φυσούσανε, η φλόγα ν’ ανεβαίνει.
Ολονυχτίς κι ο Αχιλλεύς διπλό κρατάει ποτήρι. Χρυσού κρατήρα αντλεί κρασί και χάμω το σταλάζει.

Μούσκεψε η γη να τη καλεί του άμοιρου Πάτροκλου την ψυχή.
Σαν που σπαράζει ένας γονιός νεκρό γαμπρό μες τη φωτιά τον γιό του όταν καίει, έτσι σπαράζει ο Αχιλλεύς.
Σέρνεται και βογγάει εκεί τριγύρω απ’ την πυρά κι απ’ του νεκρού του φίλου του
φλεγόμενο κουφάρι.

Οίνος Παρηγορητικός και Μειλίχιος

(Κατεξοχήν ωστόσο Ηρωϊκός), 24 629

Κι ο Πρίαμος καμάρωνε λοιπόν τον Αχιλλέα. Τη λεβεντιά, την ομορφιά, που ίδιο θεό τον κάναν.
Αλλά κι ο Αχιλλέας. Τον Πρίαμο καμάρωνε, την αρχοντιά του γιου του Δάρδανου
και τα σοφά του λόγια.
Κι αφού τέλος χορτάσανε ο ένας απ’ τον άλλον, πρώτος ο Πρίαμος μιλά κι αυτά του λέει τα λόγια.

“Στρώσε λοιπόν να κοιμηθώ αρχοντογεννημένε. Ύπνο γλυκό να πάρουμε, να ευχαριστηθούμε.
Τα μάτια μου δεν έκλεισαν από την ώρα εκείνη πούχασα το παιδάκι μου απ’ τα δικά σου χέρια.
Στη μάντρα μέσα και την κοπριά σέρνομαι και σπαράζω. Τη μαύρη μοίρα μου θρηνώ, τα μύρια μου τα πάθη.
Τώρα εδώ πρώτη φορά, πήρα ψωμί να φάω. Μαύρο κρασί με ζέστανε, κύλισε στον λαιμό μου. “

 

Β. Αποσπάσματα από τον Ησίοδο

 

Και στον χειμώνα μέσα, εξήντα ήλιου γυρίσματα ο Δίας όταν κλείσει,
ο Αρκτούρος ανατέλλει. Στην άκρη από το σύννεφο, απ το άγιο κύμα βγαίνει.
Την Χελιδόνα ύστερα, την κόρη του Πανδίονα, η άνοιξη θα φέρει.
Να την προλάβεις, πρόσεξε, τα αμπέλια να κλαδέψεις…

Εργα και Ημέραι 564. κεξ

 

Το σαλιγκάρι από τη γη αν στα φυτά ανέβει, σταμάτησε το σκάψιμο.
Τις δούλες σου συμμάζεψε, δρέπανα να τροχίσεις…
Κι όταν τα γαϊδουράγκαθα ανθίσουν καλοκαίρι, και τα φτερά του τζίτζικα στις φυλλωσιές
τραγούδια θα σκορπίσουν, κι οι γίδες είναι οι πιο παχιές, τότε ο οίνος άριστος,
το ίδιο και οι γυναίκες.
Με ξεραμένο το κορμί, αδύναμοι οι άνδρες,
γιατί του καίει ο Σείριος γόνατα και κεφάλι.

Εργα και Ημέραι 593. κεξ.

 

Νάσουνα τότε θάλεγα σε ισκιερό έναν βράχο. Να έχεις βίβλινο κρασί,
νάχεις ψωμί, νάχεις γιδίσιο γάλα. Να έχεις κρέας μοσχαριού από δαμάλα δάσους
κι από μικρά κατσίκια. Να έχεις φλογερό κρασί στον ίσκιο καθισμένος,
απέναντι στον Ζέφυρο, να χαίρεται η καρδιά σου. Από πηγή τρεχούμενη κι αθόλωτη,
στα μέρη τρία το νερό, το τέταρτο του οίνου..

Κι όταν Ωρίων και Σείριος μεσούρανα ανέβουν,
και το Αρκτούρο η ροδοδάκτυλη Ηώς μόλις τον αντικρύσει, τ’ αμπέλια τότε τρύγησε
και τον καρπό στο σπίτι πήγαινέ τον. Δέκα μερόνυχτα στον ήλιο να λιαστεί,
κι ακόμη άλλα πέντε στον ίσκιο άπλωσέ τον. Την έκτη μέρα, τα δώρα του Διόνυσου
σε στάμνες μάζεψέ τα…

Εργα και Ημέραι 588. κεξ’

 

Άλλοι κρατούσαν δρέπανα, τα κλήματα τρυγούσαν, και στα τελάρα τάφερναν.
Λευκά και μαύρα τα τσαμπιά από τον αμπελώνα.

Και είχαν δίπλα τους εκεί κληματαριά χρυσή, το έργο του Ηφαίστου.
Σταφύλια που μαυρίζανε ήτανε φορτωμένη.
Ανέμιζαν τα φύλλα της κι οι αργυρές διχάλες..

Ασπίς, 292 κεξ.

 

Βάκχαι. Αποσπάσματα από την τραγωδία του Ευριπίδη

 

272 κεξ. Λόγος Τειρεσία

Πενθέα, μου είναι δύσκολο πολύ γι αυτόν τον νέο τον θεό εγώ να σου μιλήσω.
Ας τον περιγελάς εσύ, Εκείνος είναι Μέγας.
Γιατί νεαρέ, αυτοί οι δυό είναι απαρχές για όλους τους ανθρώπους.
Πρώτη η Δήμητρα, η γη, λέγε την όπως θέλεις. Στεγνή τροφή μας δίνει.

Κι ύστερα, που ήλθε αργότερα, το τέκνο της Σεμέλης…..
Υγρή τροφή μας έφερε, τη λύπη μας να παίρνει.
Να θεραπεύει τους θνητούς, βαριά σαν δυστυχούνε.
Με της αμπέλου το χυμό, παρηγοριά του πόνου.
Θεός ο ίδιος, σπένδεται για τους θεούς τους άλλους..

402 κεξ. Εκεί πάρε με…

Στην Κύπρο, αχ, ας πήγαινα, νησί της Αφροδίτης!
Εκεί που ζούν οι Έρωτες για όλους τους ανθρώπους.
Αίγυπτο να βρισκόμουνα, που άνομβρη γη, καρπίζει.
Με χίλια-μύρια ρέματα στου ποταμού το στόμα.

Στις ιερές πλαγιές,
στον Όλυμπο, όμορφη έδρα των Μουσών,
στη γη της Πιερίας,
εκεί πάρε με Βρόμιε! Βρόμιε!
Εκεί οι Χάριτες, εκεί ο πόθος, εκεί το δίκαιο του Βάκχου οργιάζει…

550 κεξ. Λάμποντας σα χρυσάφι…

Γιε του Διός, Διόνυσε! Δες τους προφήτες σου, ώρες βαριές περνούνε.
Έλα άρχοντα, έλα από τον Όλυμπο, τον θύρσο σου τινάζοντας, λάμποντας σαν χρυσάφι!
Την ύβρι πια σταμάτα την του φονικού εχθρού σου…

Που πηγαίνεις με θιάσους Διόνυσε; Νύσα με τα θηρία;
Στις Κωρυκίες κορυφές; Στις φυλλωσιές τις σύδενδρες μες τις φωλιές του Ολύμπου;
Εκεί που τον Ορφέα δένδρα ακολουθούσανε και τα άγρια θηρία;

Μακάρια Πιερία! Σε σεύεται ο Εύβιος. Σε σένα έρχεται, με χορούς και βακχεύματα.
Μαινάδες περιστρέφονται, ακολουθούν Εκείνον!
Τον Αξιό περάσανε, τον ποταμό Λουδία, τον γονιό! Γιατί καταπως άκουσα,
τη γη των καβαλλάρηδων αυτός πάντα λιπαίνει!

849 κεξ. Εμπρός λοιπόν Διόνυσε

Εμπρός λοιπόν, Διόνυσε, δικό σου έργο τώρα! Αρχίζει η Τιμωρία.

Και πρώτα-πρώτα, το λογικό του κλόνισε, με λύσσα ζάλισέ τον.
Η σκέψη αν είναι καθαρή κι ο νους αν δε σαλεύει,
πάνω σε ρούχα γυναικών το χέρι δεν θα απλώνει.
Κι εγώ θέλω να σέρνεται στη πόλη των Θηβαίων.
Να τον περιγελάνε, εκείνον που αγρίευε, εμένα που απειλούσε…

Ας πάω να τον στολίσω, με τα στολίδια του Άδη… Γιατί το τέλος έρχεται
από τα χέρια μάννας! Αλύπητα, εκείνα θα τον σφάξουν!
Του Δία γιό, εμένα, τον Διόνυσο, καλά θα έχει γνωρίσει!
Θεό ισχυρό……. Ηπιώτατο…..

992 κεξ. Ελα Δικαιοσύνη

Έλα Δικαιοσύνη, με το σπαθί σου, έλα!
Τον άθεο, τον άνομο, τον άδικο, εσύ να κατασφάξεις!

Ταύρος γίνε Διόνυσε, δράκος πολύκρανος, φλεγόμενο λιοντάρι!
Βάκχε, αυτόν που Βάκχες γέλασε σε βρόγχο κρέμασέ του!

977 κεξ. Σκύλα γοργή της Λύσσας…

Εμπρός λοιπόν σκύλα γοργή της Λύσσας, πήγαινε προς το όρος!
Στο γυναικείο θίασο των κοριτσιών του Κάδμου.
Με οίστρο φλόγισέ τες, να τις φουντώσεις λύσσα!
Στο θηλυκό το κάλπικο, στον ξένο, στον κατάσκοπο, επάνω να τις ρίξεις!
Από τον βράχο που κρατά, η μάννα νάναι η πρώτη
που θα τον δει να σέρνεται, μαινάδες που θα κράζει.

«Ποιος είναι τάχα αυτός εδώ, τούτος που τρέχει στα βουνά,
τις βάκχες για να ψάξει; Μάννα ποια να τον γέννησε;

Όχι, δεν ήταν αίμα γυναικός της μάννας του το αίμα.
Φύτρα ήτανε κακιά, μιας Λϊβυας Γοργόνας!»

1078 κεξ. Και ο αέρας σίγησε….

Και μια φωνή απ’ τον ουρανό, θάταν του Διονύσου:

«Γυναίκες, να λοιπόν, σε σας τον παραδίδω.
Τα θεϊκά μου όργια κι εσάς πούχε περιγελάσει!»

Όσο εκείνος μίλαγε, γη κι ουρανός φως ιερό κρατούσαν.
Και ο αέρας σίγησε, σίγησε το φαράγγι, φύλλο δεν ακουγόταν….

Ιέρεια πρώτη η μάννα του, έργα θανάτου αρχίζει…
Τα κόκκαλα γυμνώνονταν, και σπάραζε το σώμα του Πενθέα.
Και τα κομμάτια, με αίματα, στο μαύρο δάσος σκόρπια, από τα βράχια κάτω……

Να το κεφάλι, η μάννα του έπαθλο το κραδαίνει….
Και καμαρώνει, κι έρχεται με το κυνήγι το άθλιο….

1150 κεξ., 1388 κεξ. Η μέγιστη σοφία…

Τα των θεών να σκέφτεσαι, να σέβεσαι τα θεία.
Αυτό είναι, κρίνω εγώ, η μέγιστη σοφία…

……..

Γιατί πολλές είναι οι μορφές που παίρνουν οι θεοί μας,
Πολλές κι οι αποφάσεις τους, που δεν τις περιμένεις.
Αυτά που εσύ περίμενες ποτέ τους δεν γινήκαν.
Άλλα που δεν περίμενες, εκείνα ήταν να γίνουν …..