Χρονολόγιο

Από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Ύστερη Αρχαιότητα

Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ο Ξέρξης έφτασε στην περιοχή από τον Θερμαϊκό και τη Θέρμη, για να δει την εκβολή του Πηνειού και τον Όλυμπο. Για την προώθησή του στη νότια Ελλάδα δεν επέλεξε τα φυλασσόμενα Στενά των Τεμπών, αλλά ακολούθησε ένα ιδιαιτέρως δύσβατο, ορεινό δρόμο του Ολύμπου, την «άνω οδόν» προς την Περραιβία.

Το 432 π.Χ. ο Περδίκκας, σύμμαχος ως τότε των Αθηναίων, συντάχθηκε με τους εχθρούς της Αθήνας και προέτρεψε σε αποστασία τη Χαλκιδική. Το 430-429 π.Χ. οι Αθηναίοι κατέλαβαν το Ηράκλειο.

Το 424 π.Χ. ο Λακεδαιμόνιος Βρασίδας, στην εκστρατεία της Χαλκιδικής, παρέκαμψε το Ηράκλειο και έφτασε στο Δίον από την Πέτρα.

Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ο Αρχέλαος μετέφερε την πρωτεύουσα από τις γειτονικές Αιγές στην Πέλλα και καθιέρωσε στο Δίον τα «Ολύμπια» προς τιμήν του Δία και των Μουσών, μία παμμακεδονική γιορτή με αγώνες εννέα ημερών για κάθε μία από τις Μούσες.

Το 348 π.Χ., μετά την άλωση της Ολύνθου, ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος πανηγύρισαν τα επινίκια στο Δίον και το 335 π.Χ. ο Αλέξανδρος πανηγύρισε πάλι εκεί, αφού κατέσκαψε τη Θήβα. Μετά τον Γρανικό, αφιέρωσε στο Δίον το χάλκινο σύνταγμα του Λυσίππου με είκοσι πέντε πεσόντες ιππείς.

Το 280-279 π.Χ. η περιοχή υπέφερε από τις επιδρομές των Γαλατών, αλλά επανήλθε.

Το 239 π.Χ. ο Δημήτριος Β΄ ίδρυσε στο νοτιότατο άκρο της Πιερίας την Φίλα, σήμερα στο νομό Λαρίσης. Της έδωσε το όνομα της μητέρας του Αντιγόνου Γονατά, Φίλας.

Το 219 π.Χ. στη διάρκεια των Αιτωλικών πολέμων, επέδραμαν στην περιοχή οι Αιτωλοί του Σκόπα που κατέσκαψαν το Δίον.

Το 211-205 π.Χ. η Αιτωλία συμμάχησε με τη Ρώμη και το 197 π.Χ. έγινε η πρώτη σύγκρουση και ήττα των Μακεδόνων στις Κυνός Κεφαλές, στα Φάρσαλα. Ύστερα από πολλά χρόνια κυριαρχίας, ο βασιλιάς της Μακεδονίας αναγκάσθηκε να περιοριστεί βόρεια των Τεμπών.

Το 183 π.Χ. Θεσσαλοί-Περραιβοί κατέλαβαν την Πέτρα και ο Φίλιππος Ε΄ ανακατέλαβε το πέρασμα μέχρι το Πύθιο.

Το 169 π.Χ. από δύσβατο πέρασμα του Ολύμπου οι Ρωμαίοι κατέβηκαν στην Πιερία και στρατοπέδευσαν μεταξύ Λειβήθρων και Ηρακλείου.

Το 168 π.Χ. παραπλανώντας τον Περσέα εισέβαλαν και από τα Στενά της Πέτρας. Ο Περσέας υποχώρησε προς την Πύδνα, νότια της οποίας συνετρίβη από τις ρωμαϊκές λεγεώνες.

«Ελεύθερη», αλλά υπό κηδεμονία και φόρου υποτελής, η Μακεδονία χωρίστηκε από τους Ρωμαίους σε τέσσερις μερίδες. Μόλις είκοσι χρόνια αργότερα, μετά από την αποτυχημένη επανάσταση του Ανδρίσκου το 149 π.Χ. και μία δεύτερη μάχη στην Πύδνα το 148 π.Χ., η Μακεδονία έγινε η πρώτη ρωμαϊκή επαρχία της Ανατολής.

Στις αρχές του 1ου αι. π.Χ., σεισμός και άλλα φυσικά φαινόμενα στην περιοχή κατέστρεψαν τα Λείβηθρα, που έκτοτε εγκαταλείφθηκαν.

Με την ενθρόνιση του Αυγούστου ως πρώτου αυτοκράτορα άρχισε μία περίοδος διόμισυ περίπου αιώνων ανάπτυξης. Οι μακεδονικές πόλεις του Ολύμπου παρήκμασαν, εκτός του Δίου που έγινε ρωμαϊκή αποικία και ανοικοδομήθηκε.

Ο χριστιανισμός είναι πιθανό ότι εγκαταστάθηκε στην Πιερία πολύ νωρίς. Το 343 μ.Χ: το Δίον είναι έδρα επισκοπής.

Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η περιοχή υπέφερε από φυσικές καταστροφές, επιδημίες και επιδρομές βαρβάρων. Το Δίον έπαψε να κατοικείται. Κυριότερες θέσεις θα γίνονταν ο Πλαταμών στη θέση του Ηρακλείου, και η Πέτρα στην είσοδο των Στενών, επισκοπή που ίσως αντικατέστησε εκείνη του Δίου.

Μεσσαιωνικά και νεότερα χρόνια

Το 1264, η περιοχή από τα Τέμπη ως τη Βέροια αναφέρεται στο οδοιπορικό Tabula Itineraria Peutingeriana.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Αθανάσιος Ναζιραίος άφησε τη μαρτυρία του σε κίονα του Πλαταμώνα, που είδε το 1914 ο Γάλλος αρχαιολόγος Plassart, ο οποίος ταύτισε και τα Λείβηθρα.

H Lissa (ή Lisa) και Lissa Porto που αναφέρεται σε πορτολάνους, ίσως σχετίζεται με το Λιτόχωρο, δεξιά, έναν από τους τόπους με μυκηναϊκά ευρήματα. Κοντά στο Πεδίο Βολής υπάρχει ανεξερεύνητος αρχαίος οικισμός, ίσως η Πίμπλεια, που είχε σχέση με τον μουσικό/ορφικό μύθο και δεύτερος στην Τοπόλιανη, ανάμεσα στο Λιτόχωρο και τα Λείβηθρα.

Το Κάστρο του Πλαταμώνα, που θεωρείται συνήθως έργο των Φράγκων, η τοιχοδομία του όμως υποδεικνύει διάφορες εποχές.

Ο σουλτάνος Μεχμέτ Α’ (1611-1693), συγκαταλέγεται στους παλιότερους επισκέπτες του Ολύμπου, το 1669, αργότερα από τον Άγιο Διονύσιο, που είχε ήδη εγκατασταθεί στην καρδιά του Ολύμπου τουλάχιστον από το 1540 και φέρεται να έκτισε το πρώτο εκκλησάκι σε μια από τις υψηλότερες κορυφές, τον Προφήτη Ηλία. Ο Άγιος ίδρυσε την ομώνυμη σήμερα Μονή βαθιά μέσα στην καρδιά του Ολύμπου και με αυτή του την εγκατάσταση, μπορεί να θεωρηθεί ο πρώτος εξερευνητής του όρους τα νεότερα χρόνια.

map

Σχεδιαστική αποτύπωσης της Ι. Μ. του Αγίου Διονυσίου. Το Καθολικό της Μονής είναι ναός Αθωνίτικου τύπου με πέντε τρούλους, τέσσερα παρεκκλήσια, τετρακιόνιος με νάρθηκα και λητή. Στη Β πτέρυγα σώζεται στο ισόγειο η Τράπεζα και η Εστία, στον όροφο δύο παρεκκλήσια και σειρά κελλιών. Στη ΝΔ και Ν πλευρά σώζονται τα κελλιά στους δύο ορόφους. Η τριώροφη δυτική πτέρυγα περιελάμβανε κελλιά και το κωδωνοστάσιο, η ανατολική είχε τρεις ορόφους. Εκτός από την κεντρική Μονή, ο Άγιος Διονύσιος έκτισε ασκηταριά, ναΐσκους και σπήλαια

 

Η Μονή του Αγίου Διονυσίου από τον Β. Ιθακήσιο.

Η χαλκογραφία του 1808 της Μονής Αγίου Διονυσίου, όπου αναφέρονται αρχαιότητες στις κορυφές Μεταμορφώσεως (2.699μ.) και Προφήτη Ηλία (2.788μ.).

Από τη φύση του καταφύγιο ανυπότακτων, ο Όλυμπος έγινε το άγιο βουνό των Κλεφτών. Το 1773 ο γιος του Λάζου Γιάννης «πήρε» τον Πλαταμώνα. Η επανάσταση απέτυχε, ο Αλή Πασάς επεκτάθηκε στην Πιερία, μετέτρεψε σε τσιφλίκια πολλά κεφαλοχώρια και πολλοί από τους κλέφτες κατέφυγαν στην πειρατεία. Το 1801, έφτασε ο Άγγλος περιηγητής Ε. Clarke και διανυκτέρευσε στον Πλαταμώνα. Τον ταύτισε πρώτος με το Ηράκλειον και δημοσίευσε εικόνα της περιοχής. Λίγο αργότερα, περιέγραψε την περιοχή ο W. Leake. Επισκέφθηκε το Δίον (Μαλαθριά) και την Πέτρα, που τα ταύτισε. Σημειώνει επίσης την τούμπα της Ν. Εφέσου («Σπήγη») για την οποία αναφέρει ότι πιθανόν ταυτίζεται με την πόλη Πιερία. Το 1821 κηρύχθηκε η Επανάσταση. Μέσα στο 1822, η εξέγερση του Ολύμπου πνίγηκε στο αίμα των απλών του κατοίκων. Η μονή Αγίου Διονυσίου ανατινάχτηκε με βαρέλια πυρίτιδας και ο ηγούμενος με δώδεκα μοναχούς απαγχονίστηκαν στη Λάρισα.
Το 1855 κατέφθασε στην περιοχή ο Γάλλος αρχαιολόγος L. Heuzey. Περιέγραψε τον Πλαταμώνα/Ηράκλειον, υπολόγισε με ακρίβεια τη θέση των Λειβήθρων, έκανε την περιγραφή των Καναλιών και ταύτισε τη λέξη με τη μετάφραση των αρχαιοελληνικών «λειβήθρων».

image029n

Η Ιερά Μονή Κανάλων πήρε ίσως το όνομά της από τα Κανάλια (=λείβηθρα), τα φαράγγια μεταξύ Άνω και Κάτω Ολύμπου, μέσα στα οποία κτίσθηκε. Πρωτοαναφέρεται το 1699, όταν ζήτησε την προστασία του Σουλτάνου. Το σημερινό καθολικό είναι κτίσμα του 1883, αφού το παλιότερο καταστράφηκε.

Περιέγραψε το περιβάλλον του Δίου και τα ερείπια, ταύτισε το ποτάμι με τον Βαφύρα και μνημονεύει την ιστορία του Παυσανία για το φόνο του Ορφέα. Ανηφόρισε προς τον Όλυμπο, έκανε στάση στο Μετόχι του Αγίου Διονυσίου, όπου του έδειξαν την Παλαιο-Μαλαθριά και μεταξύ άλλων μία λατινική επιγραφή που δεν μπόρεσε να διαβάσει. Ύστερα από άλλες τρεις ώρες, έφτασε στη Μονή. Έκανε την περιγραφή, και στη συνέχεια ανηφόρισε στο Μαυρόλογγο και την περιοχή των κορυφών Καλόγηρος (Άγιος Αντώνιος;) και Ιτσούμα (Μεταμόρφωση;), όπου αναφέρει την ύπαρξη παλιών πλιθιών καθώς και την πληροφορία των ντόπιων για μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα με γράμματα.

Επισκέφθηκε τη Νέα Εφεσο (Spighi), όπου αναφέρει την τούμπα, την εκκλησία του Αγίου Προδρόμου, πολλά μάρμαρα, βυζαντινές αρχαιότητες, μία λατινική και μία ελληνική επιγραφή. Πήγε στην Κουντουριώτισα, στην Αγία Παρασκευή (ερείπια) καθώς και στην Παναγία κοντά στα ερείπια της «Παλαιοκουντουριώτισας». Τόνισε τη συνύπαρξη ελληνικών και ρωμαϊκών ονομάτων στα ίδια φυσικά πρόσωπα και τοποθέτησε εκεί την Άτηρα, υπόθεση πιθανή για έναν εκτεταμένο αρχαιολογικό χώρο που απλώνεται από την Κουντουριώτισα Β-ΒΔ ως το ποτάμι της Πέτρας. Στη συνέχεια, πήγε στη Μονή της Πέτρας, όπου είδε ένα παλαιοχριστιανικό γλυπτό του Αγ. Δημητρίου και στην ερειπωμένη Πέτρα όπου είδε εικόνες του 1710 και πωρόλιθους σε δεύτερη χρήση. Στη συνέχεια, επισκέφθηκε τον Άγιο Δημήτριο και επέστρεψε στην “petite ville turque” Κατερίνη, την Άτηρα του Felix de Beaujour, έδρα και τσιφλίκι μπέη εκείνη την εποχή, με Έλληνες καλλιεργητές, στο περιβάλλον της οποίας πίστευε ότι έγινε η μάχη της Πύδνας.

Το 1881, μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, η περιοχή βρέθηκε στη συνοριακή γραμμή με την ελεύθερη Ελλάδα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο τόπος έζησε τη δίνη του ελληνοτουρκικού πολέμου και λίγο αργότερα, το 1912, ήλθε επιτέλους η απελευθέρωση και για τη Μακεδονία.

Στις 2 Αύγουστου του 1913, ο Χρήστος Κάκαλος οδήγησε τους φιλέλληνες από τη Γενεύη, Frederic Boissonnas (επιφανή φωτογράφο) και Daniel Baud-Bovy (πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών στην Ελβετία) στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου για πρώτη φορά. «Αθόρυβα» και, όπως θα έλεγε αργότερα ο Kurz, για έξι επιπλέον χρόνια η συζήτηση για το «ρίον» του Ολύμπου εξακολουθούσε να συνεχίζεται.

Το 1921 ο Marcel Kurz, Ελβετός μηχανικός και ορειβάτης, ανέλαβε χαρτογράφηση του κορυφαίου ορεινού όγκου. Με το τέλος της τοπογράφισης, «αιωρούμενοι ανάμεσα στον ουρανό και την άβυσσο» ο Kurz και ο Κάκαλος πραγματοποίησαν την κατάκτηση του απάτητου ως τότε Θρόνου του Δία, της πλέον απόκρημνης από τις κορυφές του Ολύμπου…

ο Daniel Baud-Bovy

Χρ. Κάκαλος

ο F. Boissonnas

Στις 16 Απριλίου 1941, γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το Μετόχι του Αγίου Διονυσίου στη Σκάλα καθώς και την ίδια τη Μονή, αλλά αστόχησαν. Στις 29 Απριλίου την ανατίναξαν με εκρηκτικά. Η εικόνα του Αγίου σώθηκε από γερμανό στρατιώτη που τη μετέφερε στο Λιτόχωρο.

Η τοποθέτηση των εκρηκτικών στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου από τα γερμανικά στρατεύματα (φωτ. του γερμανού στρατιώτη Karl Faber).

Η τοποθέτηση των εκρηκτικών στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου από τα γερμανικά στρατεύματα (φωτ. του γερμανού στρατιώτη Karl Faber).

Κείμενο: Έφη Πουλάκη Παντερμαλή