Οίκος Οικία Οικονομία / Πόλις Πολιτική Πολιτισμός

Πρώτη ανθρώπινη κοινωνία, λέει ο Αριστοτέλης, ήταν ο Οίκος, τα ομοτράπεζα μέλη μιας οικογένειας που συστεγάσθηκαν για να καλύψουν τις πρωτογενείς ανάγκες της στοιχειώδους, πρώτης ανθρώπινης κοινωνίας. Ο συνοικισμός περισσότερων οίκων δημιούργησε την κώμη, μία αρχική κοινωνία γένους σε ατείχιστο χωριό. Οι Οίκοι της ήταν ομογενείς και ομογάλακτοι, αλλεπάλληλες «αποικίες» μιας προγονικής οικίας. Πολύ αργότερα, οι πολυάριθμες συγγενικές μικρές κοινότητες θα αναφερόταν ως φυλές και έθνη, λέξη χωρίς την εξελιγμένη σήμερα εθνοπολιτική της χροιά. Η κατακερματισμένη γεωμορφολογία του ελληνικού τοπίου είχε βέβαια ενισχύσει τον διαχρονικό τοπικισμό και τις τοπικές/εθνικές τους συνήθειες, που έμειναν διακριτές μέχρι και τις Πόλεις των ιστορικών χρόνων.

Οι λέξεις «Πόλις» και «πολιτική» είναι αρχαιοελληνικές και αφορούν την πόλη ως οικισμό, ως πολιτικό θεσμό και ως το σύνολο των πολιτών της.

Ο «πολιτισμός» ως έννοια είναι συνέπεια της κοινωνικής οργάνωσης σε πόλεις. Ως λέξη αποτελεί τη νεότερη χρήση μιας «πολιτικής» λέξης που αναφέρει τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο Διογένης Λαέρτιος για τη διοίκηση της «πόλης». Οι λέξεις «οίκος», «οικία» και «οικονομία» είναι αρχαιοελληνικές.

Οικία είναι -όπως σήμερα- η κατοικία της οικογένειας και Οίκος το ανθρώπινο και περιουσιακό της δυναμικό.

«Οικονομία», μέχρι και την κλασική αρχαιότητα τουλάχιστον, ήταν η διαχείριση των υποθέσεων του Οίκου, μία «επιστήμη όπως η ιατρική» κατά τον Ξενοφώντα, πρώτου διδάξαντα την τέχνη της «οικονομίας».

Μέσα στο πρώτο μισό της 1ης χιλιετίας, πολλές τοπικές κοινωνίες φαίνεται να συνενώθηκαν σε έναν νέο οικισμό/θεσμό, τις Πόλεις, με έναν μεγάλο πολεοδομικό ιστό εντός τειχών, το άστυ, και την περιβάλλουσα ύπαιθρο χώρα. Κέντρο δημόσιας ζωής ήταν η Αγορά. Η ακρόπολις παρέμεινε Πολιτικό σύμβολο, κέντρο θρησκευτικό και καταφύγιο. Σπανιότερα, η λειτουργία της Πόλεως ήταν εφικτή με την παλιά οργάνωση σε κώμες. Ο συνοικισμός δημιούργησε την ανάγκη έργων, κτιρίων, θεσμών και νόμων που θα καθόριζαν τους κανόνες συμβίωσης, «πολιτικά» και «πολιτισμένα». Χάρη στην οργάνωση των ελληνικών Πόλεων, η λέξη σηματοδοτεί την Πόλη-Κράτος, από όπου επρόκειτο να γεννηθούν και να μας επηρεάζουν μέχρι σήμερα, οι έννοιες του πολίτη, της πολιτικής και του πολιτισμού. Η εξέλιξη έγινε εφικτή χάρη στο Δήμο, τους κατοίκους δηλαδή της πόλης, και το Κράτος που πρώτη φορά ο Δήμος απέκτησε (την εξουσία δηλαδή του Δήμου στη διαχείριση της Πόλης, Δημοκρατία).

Για τον Αριστοτέλη, η δημιουργία των Πόλεων ήταν σύμφωνη με την ανθρώπινη φύση, γιατί

«ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώον πολιτικόν … Εκείνος που δεν μπορεί να προσαρμοσθεί στην κοινωνία και εκείνος που δεν έχει ανάγκη την πόλη για να επιβιώσει είναι είτε θηρίο είτε θεός»

Οι μέχρι τώρα ενδείξεις υποδεικνύουν ότι, παράλληλα με τα αψιδωτά σπίτια, τα πρώτα ευθύγραμμα εμφανίστηκαν στα τέλη του 8ου αιώνα τουλάχιστον, και είχαν ίσως καθιερωθεί ως το 600 π. Χ., αφού με τη δημιουργία των Πόλεων μπορούσαν να ενταχθούν χωρίς σπατάλη χώρου. Όπως οι περίκλειστοι κόσμοι των πόλεων μέσα στον περίβολο των τειχών τους, έτσι και η κατοικία επρόκειτο να μεταμορφωθεί σε έναν περίκλειστο ιδιωτικό μικρόκοσμο, γύρω από την πολυσύχναστη αυλή της. Μπορούσαν να ζουν εντός της πολυσύχναστης πόλης, με τις δραστηριότητες και τις διευκολύνσεις που εκείνη παρείχε, αλλά μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, σε ένα ιδιωτικό τοπίο που συγκέντρωνε, προστάτευε και διευκόλυνε την επαφή των μελών του Οίκου.

«Η κατοικία πρέπει να κατασκευάζεται με κριτήριο τόσο τα υπάρχοντα που πρέπει να στεγάσει, όσο και την υγεία και ευημερία των ενοίκων. Τι είδος κτίριο δηλαδή συμφέρει στους καρπούς και τα υφάσματα; Πού πρέπει να τοποθετηθούν οι ξηροί και πού οι υγροί καρποί; Πώς πρέπει να στεγάζονται τα έμψυχα και πώς τα άψυχα, οι δούλοι και οι ελεύθεροι, οι άνδρες και οι γυναίκες, οι ξένοι και οι πολίτες;
Μια τέτοια κατοικία, που αποβλέπει στην ευημερία και την υγεία, πρέπει να είναι ευάερη το καλοκαίρι και ευήλια τον χειμώνα. Τέτοια είναι η κατάβορρος κατοικία (σημ. με την πλάτη στο βορρά) και αυτή που δεν είναι ισοπλατής. Στα μεγάλα νοικοκυριά, χρήσιμος είναι ένας θυρωρός που δεν θα κάνει άλλη δουλειά παρά μόνο να προσέχει τί εισέρχεται και τι εξέρχεται…»

(Αριστοτέλης, Οικονομικός Πρώτος)

 

Σχεδιαστικές αναπαραστάσεις σπιτιών της αρχαιότητας

Σχεδιαστικές αναπαραστάσεις σπιτιών της αρχαιότητας

Η εξωτερική πλευρά ήταν συνήθως τυφλή, αφού το σπίτι ανοιγόταν προς την αυλή. Τυχόν χώροι που έπρεπε να έχουν επαφή με τον έξω κόσμο είχαν πρόσβαση και από το δρόμο, όπως τα καταστήματα/βιοτεχνίες ή ο ανδρών, ένας ειδικός «κοινωνικός» χώρος – ίσως από τον 7ο αιώνα τουλάχιστον – με μέγεθος ανάλογο της κοινωνικής θέσης του Οίκου.

Εκεί ο οικοδεσπότης καλούσε φίλους σε τραπεζώματα εορτών και οικογενειακών γεγονότων, φιλοξενίας, κ.λπ. Οι γυναίκες δεν έπαιρναν μέρος, συμμετείχαν ωστόσο επαγγελματίες της «αναψυχής» και της «διασκέδασης», όπως π.χ. οι αυλητρίδες, οι χορεύτριες, οι εταίρες κ.λπ. Βασίλειο των γυναικών ήταν ο γυναικωνίτης, συχνά στον επάνω όροφο του σπιτιού.

image047

Σκηνές στο γυναικωνίτη. Απεικονίζονται τα διάφορα στάδια της διαδικασίας παραγωγής ρούχων και άλλων υφασμάτων του οίκου, κύρια εκπαίδευση των κοριτσιών και βασική ενασχόληση της γυναίκας στο πλαίσιο της (οικιακής) οικονομίας: το ζύγισμα του μαλλιού, το γνέσιμο και η κατασκευή κλωστής, ο αργαλειός, το δίπλωμα. Μελανόμορφη αγγειογραφία στη Νέα Υόρκη (Metropolitan Museum of Art).

 

Γυναίκα με τη ρόκα της και δεύτερη με κέντημα. Ερυθρόμορφη παράσταση σε πυξίδα. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου

Ερυθρόμορφη κύλικα του β΄ μισού του 5ου αι. π.Χ. με παράσταση συμποσίου. Βερολίνο, Antikensammlung

Τα σπίτια είχαν κατά κανόνα μικρές διαστάσεις, αφού έτσι επέβαλε ο περιορισμενος χώρος εντός των τειχών. Συχνά είχαν όροφο, υπερώον, κάποτε ενοικιαζόμενο. Μερικές φορές, για να εξοικονομηθεί χώρος, κατασκεύαζαν και κλειστούς εξώστες, με συνέπεια να στενεύουν ακόμη περισσότερο τα ήδη στενά δρομάκια.

Σε αντίθεση με τα δημόσια, τα ιδιωτικά κτίρια ήταν κατά κανόνα κατασκευασμένα με τα οικοδομικά υλικά που παρήγαγε ο οικείος κάθε φορά τόπος. Στη Σπάρτη, μάλιστα, η πολυτέλεια απαγορευόταν με ειδική ρήτρα του Λυκούργου. Ανεξάρτητα από τον πλούτο και την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη, τα ιδιωτικά σπίτια του 5ου αιώνα χαρακτηρίζονταν κατά κανόνα από λιτότητα. Αντίθετα, τον 4ο αιώνα, το μέγεθος και το περιεχόμενο της κατοικίας άρχισαν να επιδεικνύουν την κοινωνική θέση του Οίκου.

Σαχνισιά «υπερέχοντα των υπερώων εις τας δημοσίας οδούς». Τα στενά δρομάκια με τους τυφλούς τοίχους του ισογείου και τους τυφλούς μαντρότοιχους με αυλόπορτα θα υπήρχαν και στους δρόμους των αρχαίων πόλεων

Σαχνισιά «υπερέχοντα των υπερώων εις τας δημοσίας οδούς». Τα στενά δρομάκια με τους τυφλούς τοίχους του ισογείου και τους τυφλούς μαντρότοιχους με αυλόπορτα θα υπήρχαν και στους δρόμους των αρχαίων πόλεων

Μακεδονικό παραδοσιακό σπίτι με εσωτερική αυλή, διώροφο χαγιάτι, αύλεια θύρα, και χώρο με δυνατότητα πρόσβασης από την αυλή και το δρόμο

 

Χαγιάτι στη Μούσθενη, Παγγαίο.

Σοχός, περιοχή Λαγκαδά Θεσσαλονίκης: παράδειγμα σπιτιού μακεδονίτικης αρχιτεκτονικής με αυλή και διώροφο χαγιάτι, όπως η παστάς της αρχαιότητας.

Παλιά αυλόπορτα της Μονής Κανάλων, περιοχής Λειβήθρων. Ανάλογη με πόρτες της αρχαιότητας.

Χρηματιστική

Στην προ-νομισματική εποχή του 800 π.Χ., ο Όμηρος τοποθετούσε τους ακτήμονες που εργάζονταν για λογαριασμό τρίτων στη χειρότερη κοινωνική θέση της εποχής του. Λίγο αργότερα, στην εποχή του Ησίοδου, επίσης προ-νομισματική, γεωργοκτηνοτροφική και «μεταβλητική» (ανταλλακτική), ο μικροαγρότης με δικά του κτήματα έκανε μια ζωή κουραστική που όμως τη χαρακτήριζαν η αυτάρκεια, η ανεξαρτησία και η αξιοπρέπεια, τα βασικά δηλαδή χαρακτηριστικά ενός ελεύθερου ανθρώπου. Τυχόν υποβιβασμός του σε ακτήμονα, τον οδηγούσε σε στέρηση της αυτονομίας του και στη δυσχερέστερη δυνατή οικονομική και κοινωνική θέση. Η αναγέννηση ωστόσο της αρχαϊκής εποχής ευθύνεται για την πρώτη εμφάνιση, καταρχήν στη Μ. Ασία, μιας επαναστατικής καινοτομίας που άλλαξε την εξέλιξη του κόσμου: την εξίσωση προϊόντων, υπηρεσιών και εργασίας με ένα ανταλλάξιμο εύχρηστο είδος, το νόμισμα.

Το εφεύρημα γεννήθηκε στα παράλια της Μ. Ασίας, κατέκτησε αμέσως τον κόσμο και δημιούργησε ένα καινούριο είδος κτητικής, την οποία αποκαλούσαν χρηματιστική και για την οποία δεν φαίνεται έκτοτε να υπάρχει όριο στον πλούτο και τα αποκτήματα. …

Δημιουργήθηκε λοιπόν σταδιακά στην κοινωνία νέος πλούτος και ποικιλία επαγγελμάτων.

Αγροτική Ζωή

Απαραίτητη για την επιβίωση του ανθρώπου, η γεωργία ασκεί το σώμα, το μυαλό, και τον καλό πολίτη. Έτσι τουλάχιστον πίστευε ο Ξενοφών τον 4ο αιώνα π.Χ. Πίστευε, ακόμη, ότι η γεωργία είναι μητέρα και τροφός όλων των τεχνών, αφού όταν αυτή πάει καλά, όλες πάνε καλά, ενώ όπου η γη μένει χέρσα όλες οι άλλες τέχνες σβήνουν..

Στους παλιότερους, χρόνους, η γη είχε περιέλθει στην ιδιωτική ιδιοκτησία με τους κανόνες της ηρωϊκής εποχής, αργότερα με τις συντεταγμένες διαδικασίες των οργανωμένων κοινωνιών (αγορά, κληρονομιά, παραχώρηση από το δημόσιο, αναδασμός, κ.λπ.). Κατά κανόνα, η γη μοιραζόταν και κληροδοτούνταν στα αγόρια. Ένας άκληρος οίκος θα υιοθετούσε έναν γιο, συνήθως από την ευρύτερη οικογένεια.

Από την εποχή του Ησιόδου, τουλάχιστον, αλλά και μέχρι τα νεότερα χρόνια, η πώληση γης συνήθως δεν απαγορευόταν αλλά, πάντως, αποφεύγονταν. Υπήρχαν, ωστόσο, νόμοι σε μερικές αρχαίες πόλεις που δεν επέτρεπαν την πώληση κλήρων, όπως π.χ. στους Λοκρούς, όπου ο ενδιαφερόμενος έπρεπε να αποδείξει ότι του είχε συμβεί κάποια μεγάλη κακοτυχία για να πουλήσει τον κλήρο του Υπήρχε, επίσης, στον 4ο αιώνα π.Χ. ένας παρόμοιος νόμος, ο λεγόμενος «του Οξύλου», που δεν επέτρεπε τα δάνεια με υποθήκη ενός συγκεκριμένου ποσοστού της γης.

Το μέγεθος των αγροκτημάτων διέφερε ανάλογα με τους πολιτικούς, δημογραφικούς και οικονομικούς παράγοντες τόπου και χρόνου.. Ακόμη και στη δημοκρατική Αθήνα, το 7,5% του πληθυσμού ήταν οι γαιοκτήμονες που κατείχαν το 30% της αγροτικής γης, υπήρχαν ωστόσο και κοινωνίες με κατανομή δικαιότερη, πχ. στην Αφυτι της Χαλκιδικής.

Ανάλογος με τις οικονομικές δυνατότητες του Οίκου ήταν και ο αριθμός των εξαρτημένων ατόμων (δούλοι, μισθωτοί θήτες κ.λπ.) που εργάζονταν στα κτήματα. Πολλοί τον συντηρούσαν ως αυτουργοί, δηλαδή με την προσωπική τους εργασία στα κτήματα, ή με την εργασία τρίτων υπό τη δική τους επίβλεψη. Όταν ο οικοδεσπότης είχε άλλη κύρια απασχόληση, τις εργασίες επόπτευε ένα τρίτο πρόσωπο, συχνά (αλλά όχι απαραίτητα) δούλος που τον όριζε διαχειριστή των κτημάτων του.

eikona2

Το κάτω μέρος επιτύμβιας στήλης από τη Χράνη στην Πιερία. Αγροτική ζωή ρωμαϊκών χρόνων

Μολονότι η κτηνοτροφία δε φαίνεται να διέφερε πολύ των παραδοσιοκών, δεν είναι ωστόσο πολλές οι πληροφορίες. Είχαν αιγοπρόβατα, χοίρους, πουλερικά. Το γαϊδουράκι και το μουλάρι ήταν ζώα εργασίας, το ίδιο και τα βοοειδή. Ο σκύλος, εκτός από φύλακας και κυνηγός ήταν -όπως πάντα- ο πιστότερος φίλος του ανθρώπου, από την εποχή του Οδυσσέα, τουλάχιστον. «Γλυκυθυμία», ακόμη και σήμερα, προκαλεί η περιγραφή του αποχωρισμού των Αθηναίων από τα ζωντανά τους, όταν με τον Θεμιστοκλή εγκατέλειπαν την πόλη περιμένοντας τους βαρβάρους.

Τα άλογα ήταν όπως πάντα ένα είδος πολυτέλειας, για τον πόλεμο και το κυνήγι. Όπως και στα νεότερα χρόνια, η ιπποσύνη είχε ως προϋπόθεση μία μεγάλη περιουσία και έδινε κύρος στον ιδιοκτήτη.

Όργωμα με άροτρο, από εσωτερικό κύλικας στο Λούβρο

Παράσταση κυνηγού με τον σκύλο του στο εσωτερικό αττικής μελανόμορφης κύλικας του 6ου αιώνα π.Χ. (Βρετανικό Μουσείο)

Όσοι είχαν κύρια ασχολία τη γεωργία κατοικούσαν είτε στα αστικά κέντρα είτε στα χωριά της υπαίθρου και τα αγροκτήματα.. Ήδη από τα κλασικά χρόνια, οι «αγρεπαύλεις» θα είχαν γίνει γνώριμο θέαμα για τον επισκέπτη της υπαίθρου, όπως γίνεται σαφές τόσο από τα αρχαία κείμενα, όσο και από τις ανασκαφές και τις επιφανειακές έρευνες των τελευταίων χρόνων.

Όπως προκύπτει από τις ανασκαφές, το σπίτι της υπαίθρου δεν είχε μεγάλες διαφορές από το αστικό σπίτι. Την ύπαιθρο χαρακτήριζε βέβαια μεγαλύτερη ευρυχωρία και περισσότεροι χώροι για αγροτικές εργασίες.

Κάτοψη και αναπαραστάσεις αγροτόσπιτου στα Άνω Λιόσια (“Dema House”)

Κατόψεις φάσεων και αναπαραστάσεις αγροτόσπιτου στη Βάρη. β’ μισό 4ου αι. π. Χ.

Κυριότερη όμως διαφορά ανάμεσα στις αστικές οικίες και τις αγροικίες ήταν οι υψηλοί, κάποτε πολυώροφοι και περιφανείς πύργοι. Μερικοί ξεχωρίζουν ακόμη, τελευταίοι μάρτυρες της καθημερινής ζωής στην αρχαία ελληνική ύπαιθρο. Αν τους χρησιμοποιούσαν για αγροτικούς/αποθηκευτικούς λόγους, ή οχυρωματικούς, ή για τη διαμονή μελών του Οίκου (οίκος, καταλύματα δούλων, ανδρώνες) ή για όλους αυτούς τους λόγους και για άλλους που δεν γνωρίζουμε, είναι ακόμη ζητούμενο για την έρευνα. Ανασκαφές στην Αττική αποκάλυψαν αγνύθες αργαλειού, που σχετίζονται με γυναικεία δραστηριότητα. Άλλες στην Αργολίδα περιλαμβάνουν «βαφείον και έτερα χρηστήρια». Οι ανασκαφές στο Κομπολόι δείχνουν ότι μπορούσαν να έχουν υπόγειο/αποθήκη και ότι δεν αποκλείεται η χρήση των ορόφων ως χώρος κατοικίας.

Νεότερος «πύργος» στη Θεσσαλία. Θα ήταν παρόμοιος με τον αρχαίο στο Κομπολόι (βλ. επόμενη ενότητα: Οι αγρεπαύλεις του Μακεδονικού Ολύμπου).

 

Κείμενο: Έφη Πουλάκη Παντερμαλή